Make your own free website on Tripod.com

Εκλογές 2000

 

Το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών της 9/4/2000 αν προσπαθούσε κανείς να το συνοψίσει κωδικά σε κομβικά συμπεράσματα, θα μπορούσε να πει πως:

1.      Αποτύπωσε μια ξεκάθαρη ηγεμονία του της αστικής πολιτικής και διεμβολισμό του κοινωνικού σχηματισμού σε ιστορικά μεγάλο βαθμό

2.      Εξέφρασε μια ξεκάθαρη καταγγελία για τον τρόπο που οικοδομήθηκαν και πολιτεύονται τα κόμματα της καθεστωτικής αριστεράς

3.      Κατέδειξε με σαφή τρόπο την απουσία ενός κοινωνικά αποτελεσματικού ριζοσπαστικού αντικαπιταλιστικού προτάγματος.

 

Αστική Ηγεμονία

 

Αναλυτικότερα, με την πρώτη ανάγνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων, δεν θα μπορούσε κανείς να παραβλέψει το προφανές, το τεράστιο ποσοστό του δικομματισμού που φτάνει το 86% του εκλογικού σώματος. Η αλήθεια είναι πως το ποσοστό αυτό δεν αποτελεί ιστορική πρωτοτυπία σαν τέτοιο, για παράδειγμα ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία συγκέντρωσαν 86,6% στις εκλογές του ’85. Αυτό όμως που θα πρέπει να αναγνώσει κανείς και να οδηγηθεί σε συμπεράσματα μέσα από αυτό είναι μια πραγματική δομικά ποιοτική αλλαγή: ενώ στις παρόμοιες εκλογικές αναμετρήσεις με υψηλό δικομματικό ποσοστό επρόκειτο για θετική ψήφο προς τα δύο μεγάλα κόμματα, δηλ. για κοινωνικές μερίδες που θεωρούσαν πως η επικράτηση του ενός ή του άλλου μονομάχου ή τους ολοκλήρωνε ιδεολογικά ή αναφερόταν σε συγκεκριμένα οικονομικά ή άλλα συμφέροντα τους (μην ξεχνάμε ότι στα μέσα της δεκαετίας του ’80, αλλά και στις αρχές αυτής του ’90, η αναδιάρθρωση δεν είχε δείξει ξεκάθαρα τα δόντια της), στις τελευταίες εκλογές είχαμε το φαινόμενο της ξεκάθαρης αρνητικής-καταγγελτικής ψήφου να οδηγείται επίσης προς το δικομματισμό.

 Βλέπουμε από τη μία το ΠΑΣΟΚ να καρπώνεται μεγάλο κομμάτι κόσμου που εκφράζεται μέσα από μια αντιδεξιά ψήφο, είτε αυτή έχει ιστορικό ιδεολογικό χαρακτήρα, είτε βασίζεται στην ανάγνωση πίσω από το πλέρια αντιλαϊκό πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας (από ψηφοφόρους που ψυχανεμίζονται πως δεν υπάρχει άκρατος νεοφιλελευθερισμός με ανθρώπινο πρόσωπο, πως οι ιδιωτικοποιήσεις είναι συνώνυμο της εργασιακής βαρβαρότητας, κλπ). Από την άλλη, εξίσου ή και περισσότερο σημαντικό, βλέπουμε πως η αντι-εκσυγχρονιστική ψήφος, μια κοινωνική δυναμική διαμαρτυρίας που παράγεται μέσα από τις αντιθέσεις της αναδιαρθρωτικής επέλασης, επιλέγει να εκφραστεί ενδυναμώνοντας το ποσοστό της Νέας Δημοκρατίας.

Αυτό καταγράφει μια ξεκάθαρη ηγεμονία του αστισμού πάνω στον ελληνικό κοινωνικό ιστό, μια σαφή τακτική νίκη των μηχανισμών ενσωμάτωσης, διαχείρισης κρίσεων και εντάσεων, λογικές και πρακτικές του αστισμού που εμπεδώνονται σε κοινωνικές μερίδες και κατηγορίες που παραδοσιακά αποστοιχίζονταν από αυτές.

Η σοβούσα κρίση του πολιτικού σκηνικού, την οποία σωστά είχαμε διαγνώσει στηριζόμενοι στους ρυθμούς της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης στην Ελλάδα και τις κοινωνικές τριβές που αυτή δημιούργησε, απεσοβήθη με τις λιγότερες δυνατές απώλειες.  Η ταξική πάλη στην Ελλάδα έκανε μερικά σταθερά βήματα προς τα πίσω.

 

Τα αίτια

 

Αν προσπαθούσε κανείς να κωδικοποιήσει τα αίτια που οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα θα μπορούσε να τα χωρίσει σε τρεις επιμέρους κατηγορίες:

Ø      Την κίνηση των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους, είτε πρόκειται για μηχανισμούς επικοινωνιακού καταναγκασμού όπως τα ΜΜΕ (ψεύτικο κλίμα πόλωσης και προγραμματικής απόκλισης, τα διλήμματα του εκλογικού νόμου και το άγχος της «χαμένης ψήφου» κλπ), είτε πρόκειται για μεσοπρόθεσμους μηχανισμούς νομής κρατικής εξουσίας και πλούτου (πελατειακοί μηχανισμοί, διαχείριση κοινοτικών κονδυλίων, ανάθεση μικρών ή μεγάλων έργων, χρηματιστήριο) που με υλικούς όρους αλλοιώνουν κομμάτια του κοινωνικού σχηματισμού αφήνοντας ίχνη ιδεολογικού χαρακτήρα- ενσωμάτωσης και ταξικής συμμαχίας.

Ø      Η καταγεγραμμένη αναξιοπιστία των κομμάτων της καθεστωτικής ή επίσημης αριστεράς, η ανικανότητάς τους να συνδεθούν οργανικά με κοινωνικές μερίδες, η αδυναμίας τους να καρπωθούν τουλάχιστον ψήφους διαμαρτυρίας. Ο τρόπος με τον οποίο οικοδόμησαν τις συμμαχίες τους και ο τρόπος με τον οποίον πολιτεύθηκαν φάνηκε πως δεν ήταν αρκετός και καταγγέλθηκε ανοιχτά από το αποτέλεσμα. Η έλλειψη ξεκάθαρου αντιπολιτευτικού λόγου και οι όψιμες πολιτικές επιμειξίες (κυρίως αριστερόστροφες) διεύρυναν μεν συγκυριακά το πολιτικό-ιδεολογικό ίχνος των κομμάτων αυτών στο πολιτικό σκηνικό, από την άλλη όμως αποσάθρωσαν την εκλογική τους βάση και χαλάρωσαν τις δυνάμεις συνοχής με τους ψηφοφόρους τους. Έτσι ενώ:

1.      Το ΚΚΕ εδραίωσε τη συμμαχία του με εθνοπατριωτικά ρεύματα (Κανέλλη, Ζουράρις) με ταυτόχρονη διεύρυνση προς τα αριστερά του (Κομμουνιστική Ανανέωση, Ρούσσης, κλπ),

2.      Ο ΣΥΝ συνεχίζοντας να αρθρώνει τον «ευρωπαϊκό» εκσυγχρονιστικό του λόγο, πέτυχε μεγάλο άνοιγμα προς τα αριστερά (ΑΚΟΑ, Οικολόγοι, Μηλιός, κλπ),

3.      Το ΔΗΚΚΙ πλούτυνε σημαντικά το στελεχικό του δυναμικό (Παππάς, στελέχη του παραδοσιακού ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80, Κολλάτος, κλπ),

παρατηρήσαμε πως η εκλογική τους βάση αποδείχθηκε τόσο χαλαρή ώστε στο πρώτο «κάλεσμα των σειρήνων» της πόλωσης, οι ψηφοφόροι τους φυλλορρόησαν και προς τα δύο μεγάλα κόμματα. 

Ø      Η ανυπαρξία ενός σημαίνοντος ριζοσπαστικού αντικαπιταλιστικού επαναστατικού προτάγματος, ενός υποκειμένου, το οποίο να μπορεί να συνδεθεί οργανικά με τα κομμάτια εκείνα των εργαζομένων που πλήττονται από την αναδιάρθρωση, να μπορεί να αρθρώσει έναν ξεκάθαρο και πειστικό ιδεολογικό και προγραμματικό λόγο, σε τελική ανάλυση να μπορεί να έχει τη στοιχειώδη πολιτική αποτελεσματικότητα με βάσεις στην πλούσια ιδεολογική κληρονομιά του χώρου αλλά και παρέμβαση στην οδυνηρή πραγματικότητα  των εργαζομένων.